Το κάπνισμα θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες επιδημίες που αντιμετωπίζουμε παγκοσμίως σε επίπεδο δημόσιας υγείας. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, υπολογίζεται ότι πάνω από 1 δισ. άτομα είναι καπνίζοντες. Παρότι υπάρχει μια μικρή μείωση, δεν αναμένεται η εκτίμηση αυτή να αλλάξει σημαντικά μέχρι το 2025.

Μέχρι και το 2021, περισσότερα από 8 εκατομμύρια άτομα χάνουν τη ζωή τους πρόωρα λόγω της χρήσης του καπνού σε ετήσια βάση. Από τον αριθμό αυτό, 7,7 εκατομμύρια θάνατοι σχετίζονται με την άμεση χρήση καπνού (ενεργητικό κάπνισμα) ενώ 1,3 εκατομμύρια θάνατοι σχετίζονται με το παθητικό κάπνισμα (μη καπνιστές που εκτίθενται και εισπνέουν τον καπνό των καπνιζόντων).

 

Το κάπνισμα στην Ελλάδα με αριθμούς

 

  • Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2018, η Ελλάδα κατέχει την 9η θέση στην παγκόσμια κατάταξη, με συνολικό ποσοστό καπνιζόντων 39,1%, από το οποίο οι άνδρες αποτελούν το 45,3% και οι γυναίκες το 32,8%.
  • Η πλειονότητα των καπνιστών επιθυμεί να διακόψει το κάπνισμα. Οι καπνιστές σήμερα καπνίζουν λιγότερα τσιγάρα και είναι περισσότερο κινητοποιημένοι σε σχέση με παλαιότερα για να διακόψουν το κάπνισμα και την εξάρτηση τους από τη νικοτίνη.
  • Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μείωση του καπνίσματος στην Ελλάδα (27,5%), ενώ παράλληλα η πρόθεση για τη διακοπή του καπνίσματος έχει αυξηθεί σημαντικά (>40%).
  • Μόνο 1 στους 4 Έλληνες αναφέρουν τουλάχιστον μία προσπάθεια διακοπής κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, ενώ στην πλειοψηφία τους πρόκειται για καπνιστές μέσου ή ανώτερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου.
  • Το κάπνισμα αποτελεί την αιτία σχεδόν του 25% των θανάτων μεταξύ των Ελλήνων ανδρών και του 7,5% των θανάτων μεταξύ των γυναικών.

 

Οι χημικές ουσίες του συμβατικού τσιγάρου

 

Ο καπνός του τσιγάρου περιέχει περισσότερες από 4.000 χημικές ουσίες, με διαφορετικές ιδιότητες και επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό, από τις οποίες περισσότερες από 250 είναι επιβλαβείς και πάνω από 50 είναι καρκινογόνες.

Οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν ότι τα τσιγάρα περιέχουν πίσσα (καρκινογόνος ουσία, χρησιμοποιείται και ως υλικό οδόστρωσης) και νικοτίνη (ουσία που βρίσκεται στη φύση, προέρχεται από το φυτό του καπνού Nicotiana και είναι έντονα εθιστική). Ενδεικτικά, άλλες ουσίες που περιέχονται στον καπνό του τσιγάρου είναι:

 

  • ακετόνη (εύφλεκτος διαλύτης που χρησιμοποιείται στο γνωστό ασετόν για τα νύχια)
  • αμμωνία (που χρησιμοποιείται και ως καθαριστικό αλλά προστίθεται στα τσιγάρα για να αυξήσει την απορρόφηση της νικοτίνης),
  • αρσενικό (ουσία που χρησιμοποιείται ως δηλητήριο),
  • μονοξείδιο του άνθρακα (βασικό συστατικό των καυσαερίων, δεσμεύει την αιμοσφαιρίνη στο αίμα και στερεί οξυγόνο από τα κύτταρα του οργανισμού μας)
  • ανιλίνη (βασικό χημικό συστατικό των χρωμάτων)
  • ναφθαλίνη (γνωστή για τη χρήση της ως σκωροκτόνο)
  • βενζόλιο (χημικό στις κόλλες των ελαστικών)
  • μόλυβδος (χρησιμοποιείται σε μπαταρίες)
  • κυανιούχες ενώσεις
  • προπάνιο
  • μεθάνιο
  • φορμαλδεύδη (γνωστό ανθρώπινο καρκινογόνο)
  • ραδιενεργά κατάλοιπα
  • μυρμηγκικό οξύ
  • λευκαντικές ουσίες κλπ.

 

Γιατί κάποιος ξεκινάει το κάπνισμα;

 

Παρατηρείται ότι η έναρξη του καπνίσματος γίνεται κυρίως κατά την εφηβική ηλικία, με λιγότερο από το 10% των καπνιστών να ξεκινούν το κάπνισμα σε ηλικία άνω των 20 ετών. Πιο συγκεκριμένα, η μέση ηλικία πρώτης δοκιμής τσιγάρου στα παιδιά, κυμαίνεται στις διάφορες χώρες μεταξύ 11 και 13 ετών.

Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα παρουσιάζει την υψηλότερη μέση ηλικία έναρξης στους καπνιστές ηλικίας 15 ετών (13,7 έτη στα αγόρια και 13 έτη στα κορίτσια).

 

Γιατί καπνίζουν οι έφηβοι;

Παράγοντες που παρουσιάζονται στα αποτελέσματα των περισσότερων μελετών είναι οι παρακάτω:

 

  • Γονείς/μεγαλύτερα αδέρφια/μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος που καπνίζουν.
    • Tο παράδειγμα/ έναυσμα βρίσκεται στο ίδιο το σπίτι του παιδιού.
    • Το παιδί, ήδη από τη νηπιακή ηλικία, εκλαμβάνει το κάπνισμα ως μια «αποδεκτή συνήθεια», γιατί την επαναλαμβάνουν οι γονείς του ή τα πολύ κοντινά του πρόσωπα τα οποία βλέπει πολύ συχνά.
    • Έτσι δημιουργείται υποσυνείδητα στο παιδί το μήνυμα της μη επικινδυνότητας του καπνίσματος ενώ παράλληλα το παιδί συνδέει διάφορες ψυχολογικές και κοινωνικές καταστάσεις με το κάπνισμα (πχ. καφές, αλκοόλ, διασκέδαση, στενοχώρια κλπ).
  • Επιρροή από το κοινωνικό περιβάλλον (πχ. συνομήλικοι/φίλοι που καπνίζουν).
    • Κατά την εφηβεία, το κάπνισμα μπορεί να παρουσιάζεται μεταξύ των συνομήλικων μιας παρέας ως μια συνήθεια «δημοφιλή», «των μεγάλων», «των ανεξάρτητων», «των διαφορετικών» κλπ.
    • Αν σε μια παρέα εφήβων ένα μέλος καπνίζει, τότε δημιουργείται στον μη καπνιστή έφηβο μια εσωτερική διεργασία για το αν η αποδοχή του από την παρέα θα επηρεαστεί από το γεγονός ότι ο ίδιος δεν καπνίζει.
    • Συχνά τα μέλη μιας παρέας μπορεί να προτρέψουν το μέλος που δεν καπνίζει, να δοκιμάσει. Αυτή η εξωτερική πίεση σε συνδυασμό με το σθένος/την προσωπικότητα του μη καπνιστή, μπορεί να οδηγήσει τον άτομο αυτό στο να υιοθετήσει τη συνήθεια του καπνίσματος. Η αιτία της έναρξης είναι η ικανοποίηση της φυσικής επιθυμίας συνέχισης της φιλίας και της συνύπαρξης με τα άλλα παιδιά.
    • Βέβαια, τα τελευταία χρόνια αυξάνεται το ποσοστό των εφήβων που είναι ενημερωμένοι για τις συνέπειες του καπνίσματος και πολλές παρέες αποτελούνται αμιγώς από μη καπνίζοντες.
  • Διαχείριση έντονων συναισθημάτων
    • Πολλές εικόνες που προωθούν το κάπνισμα το συνδέουν με την αντιμετώπιση συναισθημάτων. Για παράδειγμα σε ταινίες μπορεί να παρουσιάζονται άτομα να ανάβουν τσιγάρα όταν βιώνουν έντονα συναισθήματα, όπως θυμό, άγχος ή ακόμη και έντονη ευχαρίστηση. Αυτά τα μηνύματα μπορεί να αποτελούν αφορμή μίμησης από ορισμένους εφήβους.
    • Ακόμη ένας λόγος έναρξης της συνήθειας του καπνίσματος συνδέεται με τις χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο, χαμηλά επίπεδα αυτοεκτίμησης ή ακόμη και περιπτώσεις κατάθλιψης.
    • Γενικά, πολλοί νεαροί καπνιστές δηλώνουν ότι καπνίζουν για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τα έντονα συναισθήματα που νιώθουν.
  • Επίδειξη δύναμης : πολλοί έφηβοι δηλώνουν «τη δύναμή τους» μέσω του καπνίσματος, με τα ρίσκα που παίρνουν, με το γεγονός ότι αντιστέκονται στους ειδικούς και στην πληθώρα της πληροφορίας που προειδοποιεί για τις βλαβερές διαστάσεις του καπνίσματος και δεν ενδιαφέρονται για τις αντικοινωνικές διαστάσεις της συγκεκριμένης συνήθειας.
  • Επίπεδο εκπαίδευσης και κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο : συνδέονται με την έναρξη της συνήθειας του καπνίσματος σε μικρές ηλικίες.
  • Ικανοποίησης της περιέργειας και αποδοχή/ εθισμός στην αντιλαμβανόμενη ευχαρίστηση.

 

Τύποι καπνιστών

 

Ευκαιριακοί/ κοινωνικοί καπνιστές : καπνίζουν περιστασιακά, κυρίως όταν βρεθούν με παρέα που καπνίζει. Αντέχουν μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς να καπνίσουν. Δεν αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως καπνιστές λόγω της πολύ μικρής συχνότητας κατανάλωσης τσιγάρου. Αυτή η κατηγορία καπνιστών δεν πιστεύει στον κίνδυνο του εθισμού και των επιβλαβών συνεπειών του τσιγάρου. Γι’ αυτό και είναι πιο δύσκολο να πειστούν για τη διακοπή του καπνίσματος.

 

Τακτικοί : καπνίζουν σε κανονική βάση, είτε αυτό το κάνουν κάθε ημέρα, είτε κάθε Σαββατοκύριακο. Κανονικός θεωρείται και ο καπνιστής που καπνίζει κάποια τσιγάρα ημερησίως. Φαίνεται ότι οι τακτικοί καπνιστές έχουν καλύτερες πιθανότητες διακοπής του καπνίσματος, καθότι αναγνωρίζουν ότι είναι καπνιστές και με την κατάλληλη ενημέρωση για τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος, είναι πιο δεκτικοί στα μηνύματα διακοπής του καπνίσματος.

 

Εθισμένοι : καπνίζουν το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, με μέση κατανάλωση πάνω από 2-3 πακέτα τσιγάρα την ημέρα. Εμφανίζουν έντονο εθισμό στη νικοτίνη και υποφέρουν από στερητικά συμπτώματα όταν δεν μπορούν να καπνίσουν. Γνωρίζουν ότι το τσιγάρο είναι επιβλαβές αλλά «παρηγορούνται» από άλλους καπνιστές της ίδιας κατηγορίας που δεν έχουν εμφανίσει επιπλοκές υγείας. Για τους εθισμένους καπνιστές απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια στη διακοπή του καπνίσματος.

 

Η σωματική εξάρτηση από τη νικοτίνη

 

Η νικοτίνη είναι μια φυσική ουσία, υπάρχει σε όλες τις μορφές καπνού και έχει φαρμακολογικά χαρακτηριστικά που απαντώνται στις τυπικές εξαρτησιογόνες ουσίες.

 

Η δράση της νικοτίνης

Ένα τσιγάρο περιέχει συνήθως περίπου 0.5 με 1 γραμμάρια καπνού και 10 mg νικοτίνης. Κατά μέσο όρο, ένα τσιγάρο καπνίζεται μέσα σε 5 λεπτά και με 10 εισπνοές. Με την εισπνοή του καπνού του τσιγάρου, ο καπνιστής προσλαμβάνει συνήθως 1-2mg νικοτίνης, αν και η πρόσληψη αυτή μπορεί να κυμαίνεται από 0.5 mg έως 3 mg.

Μέσω της πνευμονικής κυκλοφορίας, η νικοτίνη επιδρά στον ανθρώπινο εγκέφαλο σε διάστημα 7 δευτερολέπτων. Στα επόμενα περίπου 30 λεπτά, η περιεκτικότητα της νικοτίνης στο αίμα αυξάνει σταδιακά και σταθεροποιείται. Τα επίπεδα νικοτίνης παραμένουν υψηλά και σταδιακά μειώνονται σημαντικά σε 1-2 ώρες μετά το τελευταίο τσιγάρο (είτε αυτό αποτελεί το τελευταίο τσιγάρο πριν τη διακοπή, είτε παρεμβάλλεται ένα φυσιολογικό ενδιάμεσο χρονικό κενό μεταξύ 2 τσιγάρων). Η πτώση των επιπέδων της νικοτίνης σηματοδοτεί την έντονη επιθυμία του καπνιστή να καπνίσει.

 

Το φαινόμενο της ανοχής

Όταν ένα άτομο ανάβει για πρώτη φορά τσιγάρο, μπορεί να παρουσιάσει ναυτία, ζαλάδα ή πονοκέφαλο και βήχα. Με την πάροδο του χρόνου και με καθημερινό κάπνισμα, ο οργανισμός ενός καπνιστή προσαρμόζεται σταδιακά σε αυξανόμενα επίπεδα νικοτίνης. Η συστηματική λήψη νικοτίνης οδηγεί σε αύξηση των νικοτινικών υποδοχέων στον εγκέφαλο. Έτσι, χωρίς να το συνειδητοποιεί, ο καπνιστής αυξάνει τον αριθμό των τσιγάρων που καπνίζει, προκειμένου να διατηρηθούν τα επίπεδα της νικοτίνης στο αίμα στο βαθμό εκείνον όπου ο οργανισμός έχει αποκτήσει ανοχή.

 

Η επίδραση της νικοτίνης

Η νικοτίνη ενεργοποιεί την έκλυση ορισμένων νευροδιαβιβαστών, οι οποίοι έχουν σημαντικό ρόλο στην εξάρτηση από την νικοτίνη και στην εμφάνιση συμπτωμάτων στέρησης. Αυτοί είναι η ντοπαμίνη και η νορεπινεφρίνη (οι οποίες σχετίζονται με την πρόκληση ευχαρίστησης και ανορεξίας), η ακετυλοχολίνη (που επιδρά στη βελτίωση της μνήμης) και η βήτα-ενδορφίνη (που είναι πιθανό να σχετίζεται με την μείωση του άγχους και της νευρικότητας).

Αν και η νικοτίνη αποτελεί ένα διεγερτικό φάρμακο, μπορεί να έχει κατασταλτικές ιδιότητες και να επιδρά θετικά στον περιορισμό του άγχους και της ευερεθιστότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που οι καπνιστές αναφέρουν ότι χαλαρώνουν όταν καπνίζουν ή αντίστροφα ότι έχουν την ανάγκη να καπνίσουν όταν είναι πολύ αγχωμένοι, νιώθουν πίεση ή στενοχώρια.

Το αίσθημα χαλάρωσης που βιώνουν οι καπνιστές μετά το άναμμα του τσιγάρου συνδέεται με τη σωματική εξάρτηση από τη νικοτίνη.

  • Τα επίπεδα νικοτίνης στο αίμα αρχίζουν να μειώνονται σταδιακά σε διάστημα 30 λεπτών από το τελευταίο τσιγάρο. Ο καπνιστής μπορεί να εμφανίσει στερητικά συμπτώματα όπως ευερεθιστότητα, νευρικότητα, ανησυχία, κακή διάθεση κ.ά.
  • Ανάβοντας και πάλι τσιγάρο, τα επίπεδα της νικοτίνης στο αίμα ανεβαίνουν, τα συμπτώματα στέρησης αντιμετωπίζονται επιτυχώς και ο καπνιστής εισπράττει θετικά συναισθήματα, όπως αυξημένη ευχαρίστηση, χαλάρωση και ηρεμία.
  • Το κάπνισμα είναι συνεπώς ο τρόπος με τον οποίο ένας καπνιστής ικανοποιεί τον εθισμό του στη νικοτίνη, και δέχεται την αντιλαμβανόμενη απόλαυση.

Επίσης, ως αποτέλεσμα της διεγερτικής δράσης της νικοτίνης ο καπνιστής εκλαμβάνει την ενίσχυση της προσοχής, της μνήμης και της επεξεργασίας πληροφοριών. Και αυτό όμως το συναίσθημα συνδέεται με τη σωματική εξάρτηση από τη νικοτίνη.

Με την εισπνοή της νικοτίνης, ο καπνιστής νιώθει να απομακρύνονται τα δυσάρεστα συναισθήματα, άρα αισθάνεται ότι μπορεί να συγκεντρωθεί καλύτερα στη δραστηριότητά του και θυμάται καλύτερα τις υποχρεώσεις του. Γι’ αυτό και οι καπνιστές συχνά αναφέρουν ότι το κάπνισμα τους βοηθάει να συγκεντρώνονται καλύτερα. Αντίθετα, στους μη καπνιστές, η εισπνοή της νικοτίνης δεν σχετίζεται ούτε με την ευχαρίστηση ούτε αυξημένη πνευματική απόκριση.

 

Στον υπόλοιπο οργανισμό η νικοτίνη προκαλεί:

  • Αύξηση των βρογχικών εκκρίσεων, σύσπαση των βρόγχων, αύξηση και στη συνέχεια καταστολή των αναπνευστικών μυών (εμποδίζουν τη φυσιολογική αναπνοή).
  • Αύξηση του εντερικού τόνου ( γι’ αυτό και το πρώτο τσιγάρο μαζί με τον καφέ αποτελούν ερέθισμα για την λειτουργία του εντέρου)
  • Αύξηση των σφίξεων ( από 10 σε 20 το λεπτό)
  • Σύσπαση των τοιχωμάτων των αγγείων
  • Αύξηση της αρτηριακής πίεσης (κατά 5- 10 mmHg)
  • Αύξηση της συγκόλλησης των αιμοπεταλίων (σημαντικός παράγοντας για τη δημιουργία θρόμβων)
  • Αύξηση του σακχάρου του αίματος και της παραγωγής ινσουλίνης.

 

Τέλος, είναι γνωστό ότι η νικοτίνη επηρεάζει το μεταβολισμό, ελαττώνοντας την όρεξη για φαγητό και αυξάνοντας το μεταβολικό ρυθμό. Με τη διακοπή του καπνίσματος, ένας πρώην καπνιστής μπορεί να αυξήσει το σωματικό του βάρος κατά 2.5 έως 4 κιλά.

 

Η ψυχολογική εξάρτηση από το κάπνισμα

 

Εκτός από τη σωματική εξάρτηση στη νικοτίνη, η καπνιστική συμπεριφορά συντηρείται και μέσω της ψυχολογικής εξάρτησης από το κάπνισμα, καθιστώντας τη διαδικασία διακοπής του καπνίσματος πιο σύνθετη.

Σύμφωνα με τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), ως προς την ψυχολογική εξάρτηση αναφέρονται :

  • η αυτοματοποίηση του καπνίσματος σε συγκεκριμένες καταστάσεις
  • οι ευχάριστες συνέπειες του καπνίσματος
  • οι πεποιθήσεις για τις αναμενόμενες ευχάριστες επιδράσεις και τις αρνητικές προσδοκίες για τις συνέπειες της στέρησης του καπνίσματος.

Η ψυχολογική εξάρτηση από το κάπνισμα ερμηνεύεται μέσω της θεωρίας της συμπεριφοράς, η οποία στηρίζεται σε δυο βασικές αρχές της μάθησης, την κλασική εξαρτημένη μάθηση και τη συντελεστική μάθηση.

 

Κλασική εξαρτημένη μάθηση

Στην περίπτωση αυτή μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, όπως το κάπνισμα, συνδέεται με ένα ουδέτερο ερέθισμα. Η επανάληψη του μοτίβου «ερέθισμα-κάπνισμα» δημιουργεί μια σύνδεση, ώστε το κάπνισμα να προκαλείται σχεδόν αυτόματα από το ερέθισμα.

Πρακτικά αυτό σημαίνει, ότι αυθόρμητα ο καπνιστής ανάβει τσιγάρο σε συγκεκριμένες καταστάσεις, που λειτουργούν πια ως ερεθίσματα. Το κάπνισμα συνδέεται με πολλές καθημερινές και κοινωνικές δραστηριότητες/ ρουτίνες, η εμπλοκή στις οποίες πυροδοτεί αυτόματα την ανάγκη για κάπνισμα. Για παράδειγμα, πολλοί καπνιστές συνδέουν το τσιγάρο με ένα φλιτζάνι καφέ. Μπορούν επίσης να ανάψουν τσιγάρο στη μυρωδιά του καφέ, στη θέα ενός αντικειμένου όπως το τασάκι, στην συνύπαρξη (παρέα) με άτομα με τα οποία συνήθως καπνίζουν ή επιτελώντας καθημερινές δραστηριότητες όπως το διάβασμα, ο υπολογιστής, η οδήγηση κ.ά. Άλλα ερεθίσματα μπορεί να είναι ακόμη και συναισθήματα όπως ο θυμός, η λύπη, το άγχος, η χαρά, τα οποία πυροδοτούν την επιθυμία για κάπνισμα.

 

Συντελεστική μάθηση

Πρόκειται για τη μάθηση που προκύπτει από τις συνέπειες των πράξεών μας. Τυπικά, οι συμπεριφορές που προκύπτουν από ευχάριστες συνέπειες εμφανίζονται πιο συχνά από εκείνες που ακολουθούνται από ουδέτερες ή αρνητικές συνέπειες. Στην περίπτωση του καπνίσματος, οι θετικές συνέπειες εμφανίζονται πολύ γρήγορα λόγω της επίδρασης της νικοτίνης στον ανθρώπινο οργανισμό, με την έκλυση νευροδιαβιβαστών που ενδέχεται να σχετίζονται με την χαλάρωση, την ευχαρίστηση, τη μείωση της νευρικότητας και την αντιλαμβανόμενη βελτίωση των πνευματικών επιδόσεων.

Ο καπνιστής έχει την τάση να επαναλάβει την ευχάριστη επίδραση, ξεκινώντας έναν φαύλο κύκλο εξάρτησης. Η ανάγκη για τη νικοτίνη ως ουσία αποτελεί τη σωματική εξάρτηση από το κάπνισμα ενώ η ικανοποίηση της ανάγκης αυτής συνιστά μια ευχάριστη συνέπεια που ενισχύει την ψυχολογική εξάρτηση από το κάπνισμα. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν βέβαια και οι γνωστικές διαδικασίες που μεσολαβούν. Αυτές είναι η προσδοκία της ευχαρίστησης του καπνιστή μέσω του καπνίσματος και ο φόβος για συμπτώματα στέρησης από τη νικοτίνη. Εξάλλου, πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν γεννιέται κάποιος καπνιστής αλλά μαθαίνει τη συμπεριφορά αυτή στο πέρασμα του χρόνου.

 

Συμπτώματα στέρησης από τη νικοτίνη

 

Σε έναν τακτικό καπνιστή, η αποχή από το κάπνισμα προκαλεί ορισμένα «στερητικά συμπτώματα» τόσο σωματικά/οργανικά όσο και συναισθηματικά/γνωστικά. Συχνά παρατηρούνται:

  • έντονη επιθυμία για κάπνισμα
  • αίσθηση μυρμηγκιάσματος στα χέρια και στα πόδια
  • εφίδρωση
  • ναυτία και κοιλιακές κράμπες
  • διαταραχές στη διάθεση (οξυθυμία, νευρικότητα, ανησυχία, κακή ή καταθλιπτική διάθεση)
  • δυσκολία συγκέντρωσης
  • αίσθημα πείνας/ αύξηση της όρεξης/ αύξηση βάρους
  • πονοκέφαλος
  • διαταραχές του ύπνου (δυσκολία στον ύπνο, πολύ πρωινό ξύπνημα, συχνές διακοπές στον ύπνο)
  • δυσκοιλιότητα/ διάρροια
  • πονόλαιμος/ βήχας

Τα στερητικά συμπτώματα αποτελούν μεγάλο εμπόδιο για τα άτομα που θέλουν να σταματήσουν το κάπνισμα. Ωστόσο, δεν εμφανίζονται σε όλους τους καπνιστές ενώ μπορεί να διαφέρουν από καπνιστή σε καπνιστή (πχ. σε επίπεδο βαρύτητας ή συμπτωματολογίας γενικά).

Το αν ένας καπνιστής θα αντιμετωπίσει συμπτώματα στέρησης και σε ποιο βαθμό, εξαρτάται από τα χρόνια που είναι κάποιος καπνιστής, την ημερήσια κατανάλωση των τσιγάρων και τη συχνότητα του καπνίσματος και μπορεί να διαφέρει μεταξύ των ατόμων.

Η εμφάνιση των στερητικών συμπτωμάτων αποτελεί ένδειξη σωματικής εξάρτησης από τη νικοτίνη.  Όταν η νικοτίνη στο αίμα πέφτει σε χαμηλά επίπεδα εμφανίζονται τα συμπτώματα στέρησης. Καπνίζοντας αυξάνονται τα επίπεδα νικοτίνης και μειώνονται τα συμπτώματα στέρησης. Κάθε σύμπτωμα είναι σημάδι ότι τα σώμα «επαναπρογραμματίζεται», αποβάλλει τη νικοτίνη και προσπαθεί να έρθει σε ισορροπία με την καινούργια πραγματικότητα. Επομένως, το κάπνισμα είναι ο τρόπος με τον οποίο ικανοποιείται ο εθισμός στη νικοτίνη.

 

Διάρκεια των στερητικών συμπτωμάτων

Συνήθως, εμφανίζονται σε διάστημα από 2 έως 24 ώρες μετά το τελευταίο τσιγάρο (σε λίγες περιπτώσεις ακόμη και σε 48 ώρες), είναι πιο έντονα κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας μετά τη διακοπή, και μπορούν να επιμείνουν από μερικές ημέρες μέχρι μερικές εβδομάδες (1-2 μήνες).

Τα περισσότερα από αυτά θα ατονήσουν μετά τις πρώτες 2 εβδομάδες, ενώ από αυτά, η πιθανή αύξηση βάρους θα είναι εκείνο που μπορεί να επιμείνει για περισσότερο καιρό.

 

Προειδοποιήσεις για την υγεία από το ενεργητικό κάπνισμα

 

Επιλέγοντας το κάπνισμα, οι καπνιστές αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης σημαντικού αριθμού νοσημάτων και μειώνουν το προσδόκιμο ζωής τους (σχεδόν κατά 8 έτη).

Χαρακτηριστικά:

  • Το κάπνισμα αποτελεί την κύρια αιτία για την εμφάνιση της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ), τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Αυτό συμβαίνει γιατί η πίσσα με όλα τα βλαπτικά συστατικά της κατακάθεται και καλύπτει τους βρόγχους και τις κυψελίδες των πνευμόνων, προκαλώντας σημαντικές βλάβες.
  • Κατά μεγάλο ποσοστό τα περιστατικά θνησιμότητας λόγω καρκίνου του πνεύμονα μπορούν να αποδοθούν στο κάπνισμα, επειδή οι πνεύμονες είναι άμεσα εκτεθειμένοι στις καρκινογόνες ουσίες του καπνού.
  • Εκτός από τον καρκίνο του πνεύμονα, το κάπνισμα ενοχοποιείται για πολλές άλλες μορφές καρκίνου, όπως οι καρκίνοι του στόματος, του οισοφάγου, του παγκρέατος, της ουροδόχου κύστης κλπ.
  • Ο καπνός στενεύει τα τοιχώματα των αγγείων και δυσκολεύει την αιμάτωση των κυττάρων, οδηγώντας σε παθήσεις των αγγείων (πχ. έμφραγμα, εγκεφαλικά επεισόδια κλπ).
  • Οι καπνιστές παρουσιάζουν μικρότερες τιμές οστικής πυκνότητας από τους μη καπνίζοντες.
  • Σε ότι αφορά στις γυναίκες, το κάπνισμα έχει βρεθεί ότι προκαλεί διαταραχές στην έμμηνο ρύση, αποτελεί παράγοντα πτώσης της γυναικείας γονιμότητας και σχετίζεται με την πρόωρη εμφάνιση (κατά 2-3 χρόνια) της εμμηνόπαυσης. Επιπλέον, οι καπνίστριες που παίρνουν αγωγή με αντισυλληπτικά χάπια αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων.
  • Προβλήματα γονιμότητας εντοπίζονται και στους άνδρες καπνιστές, με το σπέρμα να γίνεται πιο αδύναμο.
  • Το κάπνισμα έχει σχετιστεί με την έκπτωση των πνευματικών ικανοτήτων των καπνιστών (καλή λειτουργία της μνήμης, της σκέψης και της αντίληψης).
  • Το κάπνισμα επιδρά αρνητικά στο ανοσοποιητικό σύστημα και αυξάνει τον κίνδυνο λοιμώξεων. Ως προς τις λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος, παρατηρείται ότι οι καπνιστές μπορεί να εμφανίσουν εντονότερη συμπτωματολογία (πχ. βήχας, δύσπνοια κλπ).
  • Το κάπνισμα εξασθενεί επίσης την αίσθηση όσφρησης και γεύσης αλλά και τα επίπεδα ενέργειας του ατόμου.
  • Σε γενικές γραμμές, οι καπνιστές τείνουν να είναι λιγότερο υγιείς από τους μη καπνιστές, ενώ το κάπνισμα επιδεινώνει τα υπάρχοντα προβλήματα υγείας και αυξάνει τον χρόνο που απαιτείται για να αναρρώσουν οι ασθενείς από κάποια ασθένεια.
  • Το κάπνισμα αλληλεπιδρά και μειώνει την αποτελεσματικότητα πολλών φαρμακευτικών σκευασμάτων, τα οποία χορηγούνται ευρέως για νοσήματα όπως η υπέρταση, η αρθρίτιδα, η στηθάγχη και ο σακχαρώδης διαβήτης.

 

Πέρα, όμως, από τα προβλήματα υγείας, το κάπνισμα επιδρά αρνητικά και στην εμφάνιση των καπνιστών.

  • Το κάπνισμα επιταχύνει τη διαδικασία της γήρανσης. Το δέρμα γερνάει πιο γρήγορα και εμφανίζονται ρυτίδες, οι οποίες είναι εντονότερες γύρω από το στόμα και τα μάτια (λόγω των μορφασμών που παίρνει το πρόσωπο όταν έχουμε το τσιγάρο στο στόμα).
  • Τα νύχια είναι πιο ευαίσθητα και συχνά φέρουν τη χαρακτηριστική κίτρινη απόχρωση λόγω του τσιγάρου.
  • Τα δόντια χρειάζονται περισσότερη φροντίδα, χάνουν την στιλπνότητα τους και χρωματίζονται πιο εύκολα. Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να εμφανίζεται και περιοδοντίτιδα.
  • Ο καπνιστής αποκτά μια χαρακτηριστική μυρωδιά καπνού, η οποία γίνεται αντιληπτή όταν βρίσκεται κοντά σε άλλα άτομα (κυρίως όταν αυτά είναι μη καπνίζοντες).

 

Προειδοποιήσεις για την υγεία από το παθητικό κάπνισμα

 

Σε παγκόσμιο επίπεδο, το 40% των παιδιών, το 33% των ενήλικων μη καπνιζόντων ανδρών και το 35% των ενήλικων μη καπνιζόντων γυναικών εκτίθενται στο παθητικό κάπνισμα. Το παθητικό κάπνισμα, δηλαδή ο εισπνεόμενος και εκπνεόμενος από τους καπνιστές καπνός και κυρίως ο καπνός που εξέρχεται από την άκρη του τσιγάρου μεταξύ δύο εισπνοών έχει αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία και των μη καπνιστών.

Στους μη καπνίζοντες, ο καπνός (ιδιαίτερα σε κλειστούς χώρους) ερεθίζει τα μάτια, προδιαθέτει σε συχνές φλεγμονές του επιπεφυκότα και ερεθίζει το αναπνευστικό σύστημα. Επίσης προκαλεί ρινικά συμπτώματα, βήχα και κεφαλαλγίες καθώς και κρίσεις βρογχικού άσθματος ή άλλες αλλεργικές αντιδράσεις. Οι επιδράσεις αυτές είναι πιο έντονες στα παιδιά.

Γενικότερα, η έκθεση των μη καπνιστών στον περιβαλλοντικό καπνό προκαλεί στον οργανισμό μεταβολές παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται στους καπνιστές, έστω και σε μικρότερο βαθμό. Εκτός από τις άμεσες επιδράσεις, ο καπνός του τσιγάρου αυξάνει τον σχετικό κίνδυνο για όλα τα βασικά νοσήματα που σχετίζονται με το κάπνισμα, τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά που εκτίθενται στο παθητικό κάπνισμα.

  • Με έναν γονέα καπνιστή, ο κίνδυνος εμφάνισης λοιμώξεων του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος των βρεφών αυξάνεται κατά 1,22 φορές. Με δύο γονείς καπνιστές ο κίνδυνος αυξάνεται κατά 1,62 φορές.
  • Ο κίνδυνος εμφάνισης της βρογχιολίτιδας στη βρεφική ηλικία αυξάνεται κατά 2,51 φορές στην περίπτωση που ένα μέλος της οικογένειας του παιδιού είναι καπνιστής.
  • Η συμβίωση με καπνιστή αυξάνει τις πιθανότητες ανάπτυξης καρκίνου του πνεύμονα ενός μη καπνιστή κατά 20-30%.
  • H έκθεση στον καπνό του τσιγάρου συνδέεται αιτιολογικά με την αύξηση, κατά 25%-30%, της νοσηρότητας και της θνησιμότητας από στεφανιαία νόσο καθώς και με την πιθανή αύξηση της επίπτωσης των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων.

 

Κάπνισμα & Εγκυμοσύνη

 

Το κάπνισμα επιδρά αρνητικά στην υγεία της εγκύου. Μια καπνίστρια έγκυος έχει δυνητικά αυξημένες πιθανότητες για :

  • επιπλοκές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού
  • αποκόλληση του πλακούντα, του πρόδρομου πλακούντα, αιμορραγίες και πρόωρη ρήξη του θυλακίου
  • Αποβολή/ πρόωρο τοκετό/ θνησιγένεια
  • Περιγεννητική θνησιμότητα και συγγενείς ανωμαλίες
    • Περιγεννητική περίοδος είναι το διάστημα από την 28η εβδομάδα κύησης μέχρι και την 1η εβδομάδα της ζωής του βρέφους.

 

To κάπνισμα δημιουργεί κινδύνους για την υγεία του βρέφους. Ενδεικτικά ορισμένοι κίνδυνοι είναι :

  • Το μονοξείδιο του άνθρακα που εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος της καπνίστριας εγκύου, περιορίζει την παροχή οξυγόνου που είναι απαραίτητη για την υγιή ανάπτυξη του βρέφους.
  • Κίνδυνος καθυστέρησης της ανάπτυξης του εμβρύου.
  • Κίνδυνος γέννησης βρέφους με χαμηλό βάρος.
  • Αυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος των βρεφών κατά 1,24 φορές και κατά την περιγεννητική περίοδο κατά 1,58 φορές.
  • Αυξημένος κίνδυνος εκδήλωσης άσθματος ή συριγμού της αναπνοής κατά 30% πριν τα πρώτα 6 έτη ζωής και κατά 13% κατά τη σχολική ηλικία, αν η μητέρα καπνίζει κατά την περιγεννητική περίοδο.
  • Αυξημένος κίνδυνος εκδήλωσης μέσης ωτίτιδας κατά την παιδική ηλικία.
  • Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης διαταραχών συμπεριφοράς και μάθησης στην εφηβική ηλικία.
  • Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας κατά την ενήλικη ζωή του παιδιού.

 

Σημείωση: Ανάλογα προβλήματα προξενεί και η συστηματική έκθεση μιας μη καπνίστριας εγκύου στο παθητικό κάπνισμα.

 

Ποιοι λόγοι ωθούν τους καπνιστές να θέλουν να διακόψουν το κάπνισμα;

 

Για τον κάθε καπνιστή, ο λόγος απόφασης διακοπής του καπνίσματος διαφέρει. Οι πιο γνωστοί λόγοι παρουσιάζονται παρακάτω:

 

Μείωση του κινδύνου εμφάνισης σοβαρής ασθένειας

Παρότι η μακροχρόνια χρήση καπνού οδηγεί σε βλάβες των διαφόρων συστημάτων του οργανισμού, είναι αποδεκτό από την επιστημονική κοινότητα ότι η διακοπή του καπνίσματος οδηγεί μόνο σε οφέλη για την υγεία του οργανισμού και τη συνολική ποιότητα ζωής του ατόμου. Αυτό συμβαίνει γιατί σταματά η συνεχής αρνητική επίδραση του καπνού στο σώμα, δίνοντας τη δυνατότητα στον οργανισμό να αποκαταστήσει τυχόν αναστρέψιμες βλάβες που έχουν δημιουργηθεί και να σταματήσει τη βλαπτική επίδραση τους. Ακόμα και σε περιπτώσεις που οι βλάβες δεν είναι αναστρέψιμες, η διακοπή του καπνίσματος βελτιώνει σημαντικά την πορεία της υγείας του ατόμου.

 

Βελτίωση της ευεξίας του σώματος

Οι επιπτώσεις του καπνού στην απόδοση του σώματος φαίνονται και σε απλές δραστηριότητες. Ένας καπνιστής, ακόμη και μικρής ηλικίας, μπορεί να παρατηρεί ότι λαχανιάζει όταν περπατά γρηγορότερα ή όταν ανεβαίνει σκάλες. Έτσι, αν ένας καπνιστής ξεκινήσει την προσπάθεια διακοπής του καπνίσματος και συνδυάσει ένα πρόγραμμα συστηματικής σωματικής άσκησης, μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τα επίπεδα αντοχής και ευεξίας του.

Το ίδιο ισχύει και για το θέμα της εμφάνισης ενός καπνιστή. Για παράδειγμα, μπορεί ο στόχος ενός καπνιστή μέσω της διακοπής της συνήθειας του καπνίσματος, να είναι να βελτιώσει την εμφάνιση του δέρματός του, την οσμή της αναπνοής του και την υγεία των δοντιών και της στοματικής κοιλότητας.

 

Προστασία των οικείων (οικογένεια, φίλοι) από τους κινδύνους του παθητικού καπνίσματος

Τα παιδιά και η οικογένεια είναι ένα από τα σημαντικότερα κίνητρα για τη διακοπή του καπνίσματος. Πρόσφατη έρευνα διαπίστωσε ότι το 98% των παιδιών θα ήθελαν να διακόψουν οι γονείς τους το κάπνισμα, ενώ το 48% των παιδιών δήλωσε ότι το κάπνισμα των γονιών τους τα κάνει να αισθάνονται άρρωστα.

 

Περισσότερος χρόνος συνύπαρξης με την παρέα

Οι νομοθεσίες όλων των Ευρωπαϊκών χωρών έχουν πλέον υιοθετήσει την πλήρη απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους κλειστούς χώρους και στους χώρους εργασίας. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί μεταξύ των στόχων ενός καπνιστή, με τη διακοπή της συνήθειας του καπνίσματος, να είναι να περνά περισσότερο χρόνο με την παρέα, κυρίως το χειμερινούς μήνες, όπου για να καπνίσει πρέπει να βγει σε εξωτερικό χώρο.

 

Βελτίωση εργασιακής απόδοσης και διαθέσιμου χρόνου στην εργασία

Όταν ένας καπνιστής εργαζόμενος είναι κουρασμένος, αγχωμένος, πιεσμένος από τις προθεσμίες της εργασίας, συχνά κάνει διαλείμματα από το γραφείο για να «ξεσκάσει». Εκθέσεις τεκμηριώνουν ότι οι καπνιστές περνούν συνολικά έως και πέντε εβδομάδες μακριά από το γραφείο τους στη διάρκεια του έτους, κάνοντας αυτό που θεωρούν ένα «γρήγορο» διάλειμμα.

 

Ένταξη στη σύγχρονη τάση της «αποχής από τον καπνό»

Τα τελευταία χρόνια, ύστερα από εκτενή ενημέρωση και καμπάνιες προβολής της διακοπής του καπνίσματος σε παγκόσμιο και εθνικό επίπεδο, το κάπνισμα έχει σταματήσει να είναι «της μόδας». Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι δεν καπνίζουν ή ξεκινούν τις προσπάθειες διακοπής του καπνίσματος.

 

Εξοικονόμηση χρημάτων

Το κάπνισμα είναι στις ημέρες μας μία πολυέξοδη συνήθεια. Ανάλογα την ημερήσια/ εβδομαδιαία κατανάλωση, εύκολα ένας καπνιστής μπορεί να υπολογίσει πόσα χρήματα εξοικονομεί με τη διακοπή της συνήθειας του καπνίσματος. Μόνο όταν υπολογίσει τα έξοδα σε τσιγάρα σε ένα διάστημα λίγων ετών, μπορεί κάποιος να καταλάβει πόσα χρήματα θα μπορούσε να εξοικονομεί κάθε χρόνο και πόσα θα μπορούσε να διαθέτει για άλλες δραστηριότητες.

 

Εγκυμοσύνη

Μια γυναίκα καπνίστρια μπορεί να αποφασίσει ότι πρέπει να ελαττώσει /διακόψει το κάπνισμα αν προσπαθεί να μείνει έγκυος ή αφού μαθαίνει ότι είναι έγκυος. Είναι γνωστό ότι οι χημικές ουσίες στον καπνό του τσιγάρου έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη σεξουαλική υγεία, τη γονιμότητα και το έμβρυο. Ωστόσο, σε οποιοδήποτε στάδιο της εγκυμοσύνης, η διακοπή του καπνίσματος αυξάνει τις πιθανότητες μιας υγιέστερης εγκυμοσύνης και ενός υγιέστερου μωρού.

 

Γιατί οι καπνιστές αναβάλλουν την απόφαση διακοπής του καπνίσματος;

 

«Δεν θα τα καταφέρω»

Ίσως ο πιο ισχυρός λόγος αναβολής της διακοπής του καπνίσματος. Αρκετοί καπνιστές έχουν προσπαθήσει να κόψουν το κάπνισμα, αλλά δεν τα κατάφεραν. Αυτό τους δημιούργησε την εντύπωση πως δεν είναι ικανοί ή δεν έχουν αρκετή δύναμη θέλησης για να το κόψουν, γι’ αυτό και συνεχίζουν το κάπνισμα. Αυτή η στάση θεωρείται λανθασμένη, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περισσότεροι καπνιστές που διέκοψαν οριστικά το κάπνισμα, είχαν κάνει επανειλημμένες προσπάθειες. Επιπλέον, οι αποτυχημένες προσπάθειες αποτελούν μία καλή προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση της τελικής προσπάθειας, καθώς το άτομο συλλέγει εμπειρία.

 

«Το είχα κόψει αλλά το ξανάρχισα» ή «δεν ξέρω πού να απευθυνθώ για βοήθεια»

Ορισμένοι καπνιστές που είχαν διακόψει για κάποιο χρονικό διάστημα το κάπνισμα και υποτροπίασαν, αλλά και καπνιστές που έχουν μερική ή λανθασμένη πληροφόρηση, θεωρούν ότι δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι ή δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τα στερητικά συμπτώματα, γι’ αυτό και συνεχώς αναβάλουν την απόφαση διακοπής. Είναι γεγονός ότι η διακοπή του καπνίσματος θα οδηγήσει σε συμπτώματα στέρησης, ωστόσο μπορούν εύκολα να αντιμετωπιστούν με την κατάλληλη προετοιμασία.

 

«Θα πάρω βάρος»

Ο φόβος της αύξησης του σωματικού βάρους είναι ένας επίσης ισχυρός λόγος αναβολής της διακοπής, ιδιαιτέρως για τις γυναίκες. Είναι γεγονός ότι ο μεταβολισμός επηρεάζεται από το κάπνισμα. Με τη διακοπή, ο ρυθμός που μεταβολίζουμε τις τροφές μειώνεται και η όρεξη αυξάνεται, με αποτέλεσμα ο καπνιστής να παίρνει ορισμένα περίσσεια κιλά. Αυτό δεν συμβαίνει σε όλους τους καπνιστές στον ίδιο βαθμό, ενώ αν ταυτόχρονα με τη διακοπή υπάρξει η κατάλληλη μείωση των προσλαμβανόμενων θερμίδων και συνδυαστεί με σωματική άσκηση, ο καπνιστής θα καταφέρει να χάσει τα όποια περιττά κιλά έχει πάρει με τη διακοπή.

 

«Δεν θέλω να διακόψω, δε θα πάθω τίποτα»

Στις νεότερες κυρίως ηλικίες υπάρχει η πεποίθηση ότι όλα όσα αφορούν τις βλαβερές επιδράσεις του καπνού δεν πρόκειται να συμβούν. Από ψυχολογικής πλευράς αυτό είναι κατανοητό καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν τους εαυτούς τους τυχερούς και «αλώβητους». Δυστυχώς όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις οι προσδοκίες του αισιόδοξου καπνιστή διαψεύδονται από την εμφάνιση επιπτώσεων στην υγεία, τις οποίες είχε υποεκτιμήσει.

 

«Καπνίζω περιστασιακά, άρα δεν είμαι καπνιστής»

Σκέψεις όπως αυτή είναι κοινές στους καπνιστές μικρού αριθμού τσιγάρων, ωστόσο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το περιστασιακό κάπνισμα μπορεί να έχει καλύτερες προοπτικές από το βαρύ και καθημερινό κάπνισμα, αλλά εξακολουθεί να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία. Ενώ πολλοί καπνιστές υιοθετούν το περιστασιακό κάπνισμα ως γέφυρα για να διακόψουν εντελώς το κάπνισμα, φαίνεται ότι στην πραγματικότητα όλο και περισσότεροι καπνιστές συνεχίζουν αυτό το μοτίβο επ’ αόριστον.

 

«Ό,τι ήταν να πάθω, το έπαθα»

Στο άλλο άκρο βρίσκεται μια κατηγορία μακροχρόνιων καπνιστών (συνήθως μέσης ή μεγαλύτερης ηλικίας), που ισχυρίζεται πως «όποια ζημιά ήταν να πάθουν από το τσιγάρο την έχουν ήδη πάθει», επομένως δεν υπάρχει λόγος να το κόψουν. Και αυτή η άποψη θεωρείται λανθασμένη. Η διακοπή του καπνίσματος βελτιώνει συνολικά την υγεία του ατόμου ενώ αν υπάρχουν εγκατεστημένες, μη αναστρέψιμες βλάβες, σε πολλές περιπτώσεις βελτιώνεται η πρόγνωση και η σοβαρότητα της συμπτωματολογίας.

 

«Αν μου πει ο γιατρός να το κόψω, θα το κάνω» ή «μπορώ να το κόψω όποτε θέλω»

Ακόμη μια συνήθης πεποίθηση ορισμένων καπνιστών είναι ότι μπορούν να διακόψουν ανά πάσα στιγμή. Αυτή η ομάδα καπνιστών γνωρίζει ότι η συνήθεια του καπνίσματος είναι επιβλαβής, αλλά δεν προχωρά σε διακοπή παρά μόνο αν προκύψει σημαντικός λόγος. Πρόκειται για μια αισιόδοξη άποψη, η οποία στηρίζεται σε λανθασμένα δεδομένα, καθότι οι βλάβες που προκαλεί το κάπνισμα σχηματίζονται σταδιακά ενώ δεν υπάρχει σαφώς καθορισμένη χρονική περίοδος όπου να υποδηλώνει το σημείο πριν την εκδήλωση των βλαβών αυτών.

 

«Αν ο γιατρός μου καπνίζει, εγώ γιατί να το κόψω;»

Λόγος που συχνά αναφέρεται από ορισμένους καπνιστές είναι ότι αν ο επαγγελματίας υγείας καπνίζει, σημαίνει ότι έχουν υπερεκτιμηθεί οι βλαβερές επιπτώσεις του καπνίσματος στον οργανισμό. Το παράδειγμα του «ειδικού» που καπνίζει γίνεται δυστυχώς πάτημα για την άρνηση μιας μερίδας καπνιστών να διακόψουν.

 

«Το τσιγάρο αυτό δεν έχει πίσσα, άρα είναι καλύτερο» ή «Κάνω τα ελαφριά και βάζω φίλτρο»

Τα τελευταία χρόνια πολλοί καπνιστές έχουν την εντύπωση πως καπνίζοντας ελαφριά τσιγάρα, χρησιμοποιώντας φίλτρα στο τσιγάρο ή καπνίζοντας τα νέα εναλλακτικά προϊόντα θερμαινόμενου καπνού μειώνουν τις αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία τους. Παρά την αντίληψη αυτή, κανένα υποκατάστατο δεν εξισώνεται με τη διακοπή του καπνίσματος σε επίπεδο οφέλους για την υγεία.